Στην παρούσα έκθεση, ο
Απόστολος Ντελάκος αφήνει κατά μέρους τη συνηθισμένη εικαστική του μεθοδολογία — συλλογή και αντιπαράθεση υλικού από τις περιοχές των εφαρμοσμένων και καλών τεχνών, που στη συνέχεια αναδιατυπώνει εικαστικά μέσα από εγκαταστάσεις βιβλίων-έργων και κεραμικών γλυπτών — προκειμένου να εξετάσει ξανά τη βιωμένη εμπειρία της κοινωνικής τάξης και της σεξουαλικότητας (Εριμπόν, 2020) και το πώς αυτές διαμεσολαβούνται από τον κοινωνικά παραγμένο χώρο (Low, 2017).
Αντλώντας από το γενικότερο επιχείρημα των κριτικών σπουδών συν-αισθήματος (Αβραμοπούλου, 2018), η έκθεση "Επιστημολογίες της Στεναχώριας" δεν αντιλαμβάνεται τα συναισθήματα ως προ-κοινωνικά, προ-ιδεολογικά ή προ-λογοθετικά ιδιωτικά συμβάντα, αλλά ως κοινωνικές και πολιτισμικές πρακτικές (Athanasiou, Hantzaroula & Yannakopoulos, 2009).
Μέσα από αυτό το πρίσμα, τα προσωπικά συναισθήματα της ιδιωτικής ιστορίας του εικαστικού — μετακόμιση στην Αθήνα της δεκαετίας του 1990 για σπουδές, διαμονή σε ξενοδοχείο-μισθωμένη φοιτητική εστία στην οδό Ζήνωνος, σίτιση σε φοιτητική λέσχη στην πλατεία Βάθης, επιθυμία μέσω της "επίμονης σωματικότητας" της πόλης (Μαρνελάκης, 2014, σελ. 91), κατανάλωση μανιωδώς επιθυμητικών εικόνων μίας ολοένα και πιο έντονα παγκοσμιοποιούμενης δημοφιλούς κουλτούρας, ασφυξία από την ταξικότητα της πόλης/χώρας, απαγόρευση δημόσιου πένθους για το θάνατο του καλύτερου φίλου από AIDS, μετανάστευση — δεν ανακαλούνται για να παραχθεί ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα, αλλά για να επικοινωνηθεί μία ομάδα συναισθημάτων, ή πιο σωστά, ένα "αρχείο συν-αισθημάτων" (Cvetkovich, 2003) από "υλικά που βιώνονται από και διαμέσου του σώματος" (Stephens, 2015, σελ. 274) και που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις εντός του κοινωνικού (Φουκώ, 1987).
Η έκθεση επικεντρώνεται στη βιντεοπροβολή ενός κειμένου επιτελεστικής γραφής που συνδιαλέγεται με τις "Παρατηρήσεις πάνω στα χρώματα" του αυστριακού φιλοσόφου Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (2020), ένα ηχοτοπίο από την πλατεία Ομόνοιας, ένα επιτοίχιο κεραμικό-ύφασμα-προικιό, μία συναρμογή αντικειμένων που αναφέρονται στο "Μπλε", την τελευταία ταινία του βρετανού σκηνοθέτη Ντέρεκ Τζάρμαν (1993), και ένα επιδαπέδιο κεραμικό γλυπτό από πορτοκαλί πλακάκια που προσομοιάζουν σε αυτά του υπόγειου σταθμού του Ηλεκτρικού "Ομόνοια".
Το τελευταίο έργο, τα πορτοκαλί πλακάκια, έτσι όπως βρίσκεται τοποθετημένο στο πάτωμα της έκθεσης, λειτουργεί μετωνυμικά ως ένα είδος τοπόσημου για αυτό που η ανθρωπολόγος Ροντρίγεζ Αγκιλέρα (2022) αποκαλεί "γεωγραφίες πένθους", προκειμένου να αναφερθεί σε "χώρους συλλογικής απώλειας", χώρους που προκύπτουν μέσα από "πολλαπλές και αλληλένδετες μορφές βίας", κάτι που χαρακτηρίζει την περιοχή γύρω από την πλατεία Ομόνοιας.
Η ερώτηση για τα "αρνητικά συναισθήματα" και η σύνδεσή τους με την "αυτοθεωρία αβέβαιων επιστροφών" μπορεί να συνδεθεί με το γεγονός ότι τόσο οι κριτικές σπουδές συν-αισθήματος όσο και οι κειμενικές και εικαστικές αυτοθεωρητικές πρακτικές, μέσω της προβληματοποίησης του δίπολου εμπειρία–λόγος, καταφέρνουν να συνθέσουν το προσωπικό, το πολιτικό και την κριτική θεωρία σε παραγωγή ενός είδους αναστοχαστικής γνώσης, ικανής να μετακινήσει το άτομο από την ιδιωτική σφαίρα της απώλειας και της οδύνης προς το κοινοτικό και συλλογικό.
Δεν υπάρχουν σχόλια